Η φράση "το τσάμπα πέθανε", όπως διατυπώθηκε από τη βουλεύτρια της Νέας Δημοκρατίας Χριστίνα Αλεξοπούλου σε συζήτηση για το κόστος ζωής των εκπαιδευτικών, λειτούργησε περισσότερο ως πολιτικό σύμβολο παρά ως απάντηση. Όχι επειδή αποκάλυψε κάποια άγνωστη αλήθεια, άλλωστε όλοι γνωρίζουμε ότι οι δημόσιες πολιτικές έχουν κόστος, αλλά επειδή ανέδειξε έναν συγκεκριμένο τρόπο αντίληψης για τον ρόλο της πολιτείας.
Το ζήτημα της στέγασης και των χαμηλών μισθών στον δημόσιο τομέα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι διαρθρωτικό. Όταν ένας εκπαιδευτικός καλείται να διαθέσει το μισό του εισόδημα για ενοίκιο, το πρόβλημα δεν λύνεται με υπενθυμίσεις περί "τίποτα δεν είναι δωρεάν", αλλά με πολιτικές παρεμβάσεις: ρύθμιση της αγοράς, ενίσχυση εισοδημάτων, κοινωνική κατοικία, κίνητρα για αποκέντρωση. Εκεί κρίνεται η πολιτική βούληση.
Η συγκεκριμένη δήλωση δεν ήταν απλώς άστοχη. Εξέπεμψε ένα μήνυμα μετακύλισης της ευθύνης. Σαν να υπονοείται ότι η δυσκολία επιβίωσης είναι ατομικό ζήτημα προσαρμογής και όχι αποτέλεσμα επιλογών ή παραλείψεων της πολιτείας. Αυτός ο τρόπος λόγου, ακόμα κι αν δεν εκφράζει επίσημη κυβερνητική γραμμή, συντονίζεται με μια ευρύτερη αντίληψη που βλέπει τα κοινωνικά προβλήματα κυρίως μέσα από το πρίσμα της αγοράς.
Η πολιτική, όμως, δεν εξαντλείται στη διαπίστωση των ορίων. Κρίνεται από το πώς παρεμβαίνει μέσα σε αυτά. Και σε μια περίοδο όπου το κόστος ζωής πιέζει ολοένα και περισσότερους εργαζόμενους, ο δημόσιος λόγος οφείλει να δείχνει ότι αναγνωρίζει τη δυσκολία και αναζητά λύσεις. Όχι ότι την κανονικοποιεί.
Δεν πρόκειται για λαϊκισμό ή για "τσάμπα παροχές". Πρόκειται για το αν η πολιτεία αντιλαμβάνεται τη στέγη και την αξιοπρεπή διαβίωση ως κοινωνικά αγαθά που χρειάζονται πολιτική προστασία ή ως ατομικά προβλήματα που λύνονται μόνο με προσωπικές θυσίες.
Και αυτό, τελικά, είναι μια καθαρά πολιτική διαφορά.